χοιράς

χοιράς
χοιρᾰς f. adj.,
1 like a hog's back ταχὺ δ' ἄγκυραν ἔρεισον χθονὶ πρῴραθε χοιράδος ἄλκαρ πέτρας (i. e. a low reef) P. 10.52

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χοιράς — like a hog fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράς — άδος, η, ΝΜΑ (λόγιος τ.) στον πληθ. οι χοιράδες και αἱ χοιράδες εξόγκωση και σκλήρυνση τών αδένων τού λαιμού («αὐτὸν δὲ τὸν Βατίνιον ἔχοντα χοιράδας ἐν τῷ τραχήλῳ», Πλούτ.) αρχ. 1. ως επίθ. αυτή που μοιάζει με χοίρο ή με τα νώτα χοίρου («χοιράδες …   Dictionary of Greek

  • Χοίρας — Χοίρᾱς , Χοίρη fem acc pl (doric) Χοίρᾱς , Χοίρη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοίρας — χοίρᾱς , χοίρα sow fem acc pl χοίρᾱς , χοίρα sow fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράδα — χοιράς like a hog fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράδας — χοιράς like a hog fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράδες — χοιράς like a hog fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράδι — χοιράς like a hog fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράδος — χοιράς like a hog fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράδων — χοιράς like a hog fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χοιράσι — χοιράς like a hog fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”